Μαρία Μέλιου,Παθολόγος Λοιμωξιολόγος, Ιούλιος 2023

Ο κυτταρομεγαλοιός ή CMV  είναι ένας DNA ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοιών. Όπως όλοι οι ερπητοιοί μετά την αρχική λοίμωξη παραμένουν στον οργανισμό και υπό συνθήκες μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Γενικά η αποβολή σωματιδίων του ιού από τους πάσχοντες γίνεται για μακρό διάστημα.Η λοίμωξη από CMV κατά την εγκυμοσύνη και η πρόκληση συγγενούς λοίμωξης είναι από τις συχνότερες συγγενείς λοιμώξεις τις τελευταίες δεκαετίες. Τα περισσότερα νεογνά θα είναι ασυμπτωματικά αλλά ένα 10-15% θα έχον συμπτώματα που μπορεί να είναι ως και θανατηφόρα. Ακόμα όμως και τα μολυσμένα ασυμπτωματικά νεογνά μπορεί να εμφανίσουν νευραναπτυξιακές διαταραχές στη συνέχεια, με συνηθέστερη τη βαρηκοΐα. Η λοίμωξη στην έγκυο μπορεί να γίνει από στενή επαφή, κυρίως με μικρά παιδιά, αλλά και από μετάγγιση ή και άλλες στενές επαφές. Είναι μια πολύ συχνή λοίμωξη και πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη αντισώματα όταν φτάνουν στην ενήλικη ζωή. Οι έγκυες που έρχονται σε επαφή με μικρά παιδιά (πχ εργαζόμενες σε παιδικό σταθμό) είναι στο μεγαλύτερο κίνδυνο, επειδή όμως είναι πολύ συχνά απαντούμενος ιός δεν υπάρχει κάποια κατηγορία που είναι χαμηλού κινδύνου.

Η πρωτοπαθής λοίμωξη μπορεί να είναι και ασυμπτωματική, όμως συνήθως προκαλεί χαμηλό πυρετό και μη ειδικά συμπτώματα, δηλαδή μυαλγίες, αρθραλγίες, πονοκέφαλο, κόπωση ή εικόνα μονοπυρήνωσης. Ενίοτε υπάρχει εξάνθημα.

Προστασία από τη λοίμωξη είναι η αποφυγή επαφής με ασθενείς, η καλή προσωπική υγιεινή  ειδικά σε περιπτώσεις φροντίδας μικρών παιδιών, η μη κοινή χρήση φαγητών, ποτών, σκευών, καθαρισμός επιφανειών που έρχονται σε επαφή με σίελο και ούρα παιδιών.

Όλες οι έγκυες θα πρέπει να ελέγχονται στην αρχή της κύησης για την ύπαρξη ή όχι αντισωμάτων. Έλεγχος θα πρέπει να γίνεται και στις έγκυες που παρουσιάζουν συμπτώματα τύπου μονοπυρήνωσης αλλά και σε όσες διαπιστώνεται υπερηχογραφικά κάποια ανωμαλία στο έμβρυο που θα μπορούσε να αποδοθεί σε CMV λοίμωξη. Ο έλεγχος σε όσες δεν έχουν αντισώματα θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μηνιαία και εάν εμφανίσουν συμπτωματολογία. Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται για πιθανή επανενεργοποίηση.

Αρχικά γίνεται έλεγχος για παρουσία IgG και IgM αντισωμάτων για CMV. Αν τα IgM και τα IgG είναι θετικά θα πρέπει να γίνεται έλεγχος με IgG avidity. Η χαμηλή avidity  υποδηλώνει πρόσφατη λοίμωξη ενώ η υψηλή παλαιότερη.  Τα IgM  μπορεί να παραμένουν θετικά και για περισσότερο από ένα έτος, και μπορεί να θετικοποιηθούν και σε άλλες λοιμώξεις όπως EBV, επομένως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάγνωση μόνα τους.  Επί αμφιβολίας γίνεται επανέλεγχος των IgG και αν έχει 4πλασιαστεί ο τίτλος πρόκειται για πρόσφατη λοίμωξη. Το ίδιο κ σε γυναίκες που υπάρχει κλινική υποψία για CMV λοίμωξη αλλά έχουν θετικά μόνο τα IgG.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το έμβρυο είναι όταν υπάρχει πρωτοπαθής λοίμωξη κατά την κύηση. Η επανενεργοποίηση του ιού ή η λοίμωξη από διαφορετικό στέλεχος είναι πολύ δύσκολο να διαγνωσθεί. Η συχνότητα συγγενούς λοίμωξης λόγω μη πρωτοπαθούς λοίμωξης είναι πολύ χαμηλότερη από ότι στην πρωτοπαθή. Η πρωτοπαθής λοίμωξη στο 1ο τρίμηνο οδηγεί σε συγγενή λοίμωξη στο 36%,με συνήθως όμως σοβαρότερες συνέπειες στο έμβρυο, στο 2ο τρίμηνο στο 40% και στο τρίτο τρίμηνο στο 66%. Στη μη πρωτοπαθή λοίμωξη ο κίνδυνος λοίμωξης του εμβρύου είναι 0.15 ώς 2%.

Τα νεογνά μπορεί να είναι ασυμπτωματικά κατά τη γέννηση. Στις συμπτωματικές περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί μικρό μέγεθος για την ηλικία κύησης, μικροκεφαλία, μεγάλες κοιλίες στον εγκέφαλο, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ίκτερος, ηπατοσπληνομεγαλία, θρομβοπενία, διαταραχές όρασης, ακοής ή καθυστέρησης ανάπτυξης.

Η συγγενής λοίμωξη του εμβρύου διαπιστώνεται με αμνιοπαρακέντηση και PCR για CMV στο αμνιακό υγρό. Για να είναι διαγνωστική θα πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον 8 εβδομάδες από τη λοίμωξη της μητέρας. Στοιχεία για πιθανή λοίμωξη δίνει φυσικά και το υπερηχογράφημα κυήσεως. Το φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει την εμβρυική λοίμωξη.

Διαπιστωμένη θεραπεία προφύλαξης του εμβρύου δεν υπάρχει. Καμία θεραπεία δεν συστήνεται από διεθνείς οδηγίες. Σε μελέτες έχει χρησιμοποιηθεί βαλακυκλοβίρη στο πρώτο τρίμηνο με ενθαρρυντικά αποτελέσματα αλλά δεν φανηκε να βοηθάει στις λοιμώξεις 2ου τριμήνου. Στα μολυσμένα έμβρυα δεν φάνηκε να βελτιώνει την τελική έκβαση αύξανε όμως τις ασυμπτωματικές περιπτώσεις. Η χρήση ανοσοσφαρίνης για CMV φαίνεται σε κάποιες μελέτες να αυξάνει την πιθανότητα γέννησης ασυμπτωματικού νεογνού που δεν επιβεβαιώνεται σε άλλες. Οι έγκυες με CMV λοίμωξη θα πρέπει να ενημερώνονται για τις πιθανότητες λοίμωξης του εμβρύου ανάλογα με το τρίμηνο μόλυνσης και για την παρακολούθηση που θα πρέπει να ακολουθήσει.

Κάντε share αν σας φάνηκε ενδιαφέρον
error

Σας άρεσε? Διαδώστε το:)

Μετάβαση στο περιεχόμενο